Η ΦΥΣΗ
ΒΥΤΙΝΑ: ΓΕΩΛΟΓΙΑ – ΤΟ ΟΡΟΣ ΜΑΙΝΑΛΟΝ
Γένεση – Γεωλογικά στοιχεία
Η ευρύτερη
περιοχή της Βυτίνας, μέχρι το τέλος του μεσοζωικού αιώνα, εκαλύπτετο από αβαθή
θάλασσα. Από τότε και μέχρι σχετικώς πρόσφατα (πριν από περίπου 12.000 χρόνια)
η μορφή της άλλαξε πολλές φορές.
Γεωλογικά
φαινόμενα (αναστατώσεις, κινήσεις κλπ) προκάλεσαν μετακινήσεις τεράστιων γήινων
μαζών από τμήματα ανατολικά της Πελοποννήσου επάνω στην υποθαλάσσια ράχη (ύβωμα)
των αυτοχθόνων πετρωμάτων της περιοχής και ακολούθησαν η αναθόλωση του υποβάθρου,
η ανάδυση (χέρσευση) τμημάτων της στη διάρκεια του Κρητιδικού, καθώς και
κάποιες διαρρήξεις.
Κατά
την τριτογενή περίοδο άρχισε ο Αλπικός ορογενετικός κύκλος με αναστατώσεις από
πτυχώσεις και κινήσεις, που προκάλεσαν κατά το Ηώκαινο την ανάδυση – χέρσευση τμημάτων
και διαρρήξεις στη μάζα.
Την
τεταρτογενή περίοδο συμβαίνουν ανοδικές και καθοδικές κινήσεις, διαρρήξεις κλπ
και δημιουργούνται οι λεκάνες, τα ποτάμια κλπ της περιοχής.
Ειδικότερα,
κατά το Ολόκαινο νέες αναστατώσεις (ρήγματα κλπ) και οι αλλουβιακές και
ποταμοχειμάρριες αποθέσεις στις δολίνες και στην κοιλάδα της Βυτίνας
διαμόρφωσαν το ανάγλυφο και τη μορφολογία γενικώς της περιοχής της, όπως είναι
σήμερα.
Η
δημιουργία των δολορουδιτών οφείλεται σε τοπικές αναστατώσεις, κάμψεις, ανοδικές
κινήσεις, διαρρήξεις και χερσεύσεις.
Η
παρουσία micropodium φανερώνει ανάδυση σε πολλές θέσεις στην περιοχή (Μεσοβούνι,
Αλογόβρυση, Ραπούνι κ.α.) κατά την περίοδο του Ηωκαίνου. Επίσης, η ύπαρξη
βωξίτη σε μεσοηωκαινικούς ασβεστόλιθους και τα ασβεστολιθικά κροκαλολατυποπαγή
στην περιοχή της Βυτίνας βεβαιώνουν την χέρσευση της περιοχής κατά το Λουτήσιο.
Η
περιοχή διατήρησε την πανάρχαιη φυσιογνωμία της στο πέρασμα των χιλιετηρίδων.
Το όρος Μαίναλον
Το όρος
Μαίναλον αποτελεί μία ενιαία ενότητα, φυσιογραφική και ανθρωπογεωγραφική, από
τους αρχαίους ήδη χρόνους. Το μέγιστο υπερθαλάσσιο ύψος του φτάνει στα 1980,67
μ.(κορυφή Οστρακίνα), ενώ το μέσο υψόμετρό του είναι 1.340μ. Διακρίνεται σε τρία
επίπεδα: το ανατολικό μέσου ύψους 1.700 μ.(το αρχαιότερο και υψηλότερο σε όλη
την Πελοπόννησο), το δυτικό μέσου ύψους 1.500 μ. και ένα τρίτο μέσου ύψους 1.200
μ.
Η υποχρέωση
προστασίας του όρους, της χλωρίδας και της πανίδας του, είναι όρος «εκ των ων
ουκ άνευ». Οι αρχαίοι πρόγονοι τιμούσαν την αρμονική σύζευξη του ανθρώπου με το
περιβάλλον του (βλ. Πλάτωνος: «Τίμαιος» 77a & 92b, «Γοργίας» 508a,
«Πολιτικός» 263c, Αισχύλου: «Ευμενίδες» 937-947 κ.α.) ετιμούσαν δε τα δάση «ως
δώματα αθανάτων».
Το
Μαίναλο καταλαμβάνει έκταση 22.673ha και βρίσκεται στις εξής συντεταγμένες:
γεωγραφικό μήκος 22.294444 και γεωγραφικό πλάτος 37.605278, η δε προστατευόμενη
περιοχή του είναι μόλις 228 τ.χλμ.
Το
ελατόδασος καλύπτει το 65% της ορεινής ζώνης. Η αμιγώς ορεινή ζώνη ανέρχεται σε
700.000 στρέμματα και περιλαμβάνει καταφύγια άγριας ζωής (Ρούχη, Κεχρωτή,
Αρκουδόρεμα) αρμοδιότητας του Δασαρχείου Βυτίνας, ορειβατικό καταφύγιο,
χιονοδρομικό κέντρο κ.ά.
Ας
σημειωθεί ότι το Μαίναλο έχει ενταχθεί στο πανευρωπαϊκό δίκτυο προστασίας Natura
2000 με τα εξής στοιχεία:
Site name: OROS MAINALO
Site code: GR2520001
(Πηγή: https://natura2000.eea.europa.eu/Natura2000/SDF.aspx?site=GR2520001)
Η
προστασία του δάσους και του φυσικού περιβάλλοντος, καθώς και η διαχείριση της
περιοχής, διέπονται κυρίως από τους εθνικούς νόμους 998/1979, 1650/1986 και
3010/2002 (εναρμόνιση-ενσωμάτωση των οδηγιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης 96/61 και
97/11), από το Προεδρικό Δ/γμα 67/1981 και την Οδηγία 92/43/ΕΟΚ η οποία
ενσωματώθη στο εσωτερικό δίκαιο με την υπουργική απόφαση 33318/3028/1998, καθώς
από και την Οδηγία 79/409/ΕΟΚ για την ορνιθοπανίδα. Επίσης, έχουν κηρυχθεί μόνιμα
καταφύγια άγριας ζωής η περιοχή Αρκουδορέματος (έκτασης 16.588 στρ.) και
Περιθωρίου (5.000 στρ.) – βλ. αποφ. Υπουργείου Γεωργίας 170836/2258/27-6-1985 (ΦΕΚ435
Β’15-7-1985).
Δυστυχώς,
άλλοι μοναδικοί βιότοποι έχουν παραδοθεί σε κοινή χρήση, χωρίς κάποιους έστω
περιορισμούς, όπως των Πορίων, των Αγίων Θεοδώρων, της Κερνίτσας, του Κότρωνα,
κ.ά.
Από το βιβλίο του Αθανασίου Θεοδώρου Λαμπροπούλου: «Ιστορία της Βυτίνας», Βυτίνα 2020
ΜΑΙΝΑΛΟΝ
Ἐπώνυμον Μαινάλου Λυκάονος ἤ Μενάλου Ἑρμοῦ. Μοῖραι αὐτοῦ ἡ Ὀστρακίνα, τό Θαυμάσιον ἤ Καυκάσιον ὄρος καί ὁ Φάλανθος.
Προσφιλές ἐνδιαίτημα πάντων τῶν θεῶν, οἷον Μαιναλίας Ἀρτέμιδος, Μαιναλίου Πανός, τοῦ Ἑρμοῦ, τῆς Ἑκάτης, τοῦ Διονύσου καί τῆς ἀκολουθίας αὐτοῦ Μαινάδων καί Βακχῶν, οἰκητήριον τῶν Μαιναλίδων Νυμφῶν.
Τοῦ κερόεντος θεοῦ Πανός «επηκροῶντο συρίζοντος» οἱ τῷ ὄρει φιλοχωροῦντες (Παυσανίας, «Ἑλλάδος Περιήγησις» 8,36,8). Ὁ Μαιναλίας κάρρων ἔχει τό ὄρος «ἀμφιπολεῖ μέγα Μαίναλον» (Θεόκριτος, «Εἰδύλλια» 1,124). Ὑπῆρχε μαντεῖον τοῦ θεοῦ, προφήτις ἡ Ἑκάτη.
Ὑπῆρξεν ἱερός τόπος λατρείας Ρέας, Ἀρτέμιδος, Ἑκάτης, Διός, Ἑρμοῦ, Ποσειδῶνος, και γέννησης Πελασγοῦ, Λυκάωνος, Ἀρκάδος, Καλλιστοῦς, Ἀταλάντης, Ἀλκιμέδοντος, Παρθενοπαίου υἱοῦ Πρωτογενείας κλπ.
Ὁ «Ὀλύμπιος ἁγεμών
θυγατρ’ ἀπό γᾶς Ἐπει-
ῶν Ὀπόεντος ἀναρπᾶσαις, ἕκαλος
μίχθη Μαιναλίαισιν ἐν δειραῖς»
(Πίνδαρος, «Ὀλυμπιονίκαις» 9,59)
Ἐν τῷ σπηλαίω τῆς Ρέας ἐγένετο ἡ ἀντίδοσις τοῦ λίθου, ὅν ἐξέμεσεν ὁ Κρόνος καί ὁ Ζεῦς καθίδρυσεν ἐν τῷ τάφῳ τοῦ Νεοπτολέμου «σῆμ’ ἔμεν ἐξοπίσω, θαῦμα θνητοῖσι βροτοῖσι.» (Ἡσίοδος, «Θεογονία» 500. Παυσανίας 8,36,2-3)
Ἐν τῷ ὄρει ἡ Ἄρτεμις ἐφόνευσε τούς ἄφρονας κενταύρους Ὑλαῖον και Ροῖκον (Ἀπολλόδωρος «Βιβλιοθήκη» 3,9,2).
«Ἐστι δέ Μαιναλίη δυσχείμερος, ἔνθα τε κεῖται Ἀρκάς» (Παυσανιας «Ἑλλάδος Περιήγησις» 8,9,3 και 8,36,8)
Ἡ Ἀταλάντη τῷ Ἰάσονι ἐδώρησεν «ἔγχος ἐκήβολον … πρόφρων ἀντομένη» (Εὐριπίδης, «Φοίνισσαι» 1162. Ἀπολλώνιος Ρόδιος, «Ἀργοναυτικά» 1,769)
Ὁ ἀρκάς ἀργοναύτης Ἀγκαῖος ἐφόρει «Μαιναλίης ἄρκτου δέρος» (Ἀπολλώνιος Ρόδιος, Ἀργοναυτικά 1,168)
Ὁ Βιργίλιος ὑμνεῖ τό Μαίναλον:
“Μaenalius argutumque nemus pinusque loquentis
semper habet ,semper pastorum ille audit amores
Panaque ,qui primus calamos non passus inertis”
(«Βουκολικά» 8,22)
Ὄρος «ἐπιφανές» (Στράβων, «Γεωγραφικά» Η΄,388). Ὄρος «μέγα» (Θεόκριτος, «Εἰδύλλια» 1,124)
Ὁμοίως και ὁ Ὀράτιος:
“Dicunt intenero gramine pinguium
custodes ovium carmina fistula
delectantque Deum ,cui pecus et nigri
coles Arcadiae placent”
(βιβλίον τέταρτον, ὠδή δωδεκάτη).
Από το βιβλίο του Αθανασίου Θεοδώρου Λαμπροπούλου: «Ὄρη Ἑλλήνων Ἱερά», Βυτίνα 2000
